Τεχνολογία

R. Terzi (Google): Το AI δεν αντικαθιστά τη δημοσιογραφία, αλλά το πώς λειτουργούν τα media

Οι εξελίξεις είναι τόσο γρήγορες ώστε ακόμη και κλάδοι που είχαν ήδη περάσει από βαθύ ψηφιακό μετασχηματισμό, όπως τα μέσα ενημέρωσης, καλούνται να επαναπροσδιορίσουν τον τρόπο λειτουργίας τους.

Η δημοσιογραφία βρίσκεται ίσως περισσότερο από κάθε άλλο επάγγελμα στο επίκεντρο αυτής της μετάβασης. Από τη μία πλευρά, το GenAI υπόσχεται να αυτοματοποιήσει δεκάδες καθημερινές διαδικασίες, από την επεξεργασία μεγάλων όγκων δεδομένων μέχρι την παραγωγή διαφορετικών μορφών περιεχομένου για πολλές πλατφόρμες.

Από την άλλη, δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για την αξιοπιστία της πληροφορίας, την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας, τη βιωσιμότητα των εκδοτικών οργανισμών και, τελικά, για τον ίδιο τον ρόλο του δημοσιογράφου.

Η συζήτηση αυτή γίνεται ακόμη πιο επίκαιρη μετά τις τελευταίες ανακοινώσεις της Google γύρω από την Αναζήτηση. Με λειτουργίες όπως τα AI Overviews και το AI Mode, η εμπειρία του χρήστη αλλάζει σημαντικά, καθώς η αναζήτηση μετατρέπεται σταδιακά από μια απλή λίστα συνδέσμων σε έναν περισσότερο διαδραστικό διάλογο με την τεχνητή νοημοσύνη.

Η αλλαγή αυτή έχει ήδη προκαλέσει έντονες συζητήσεις διεθνώς, καθώς αρκετοί εκδότες εκφράζουν ανησυχίες για το κατά πόσο οι νέες υπηρεσίες θα επηρεάσουν την επισκεψιμότητα των ιστοσελίδων τους και κατ’ επέκταση τα επιχειρηματικά τους μοντέλα.

Για την Google, όμως, το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι αν η τεχνητή νοημοσύνη θα αλλάξει τη δημοσιογραφία – αυτό θεωρείται ήδη δεδομένο. Το ερώτημα είναι με ποιον τρόπο θα αλλάξει και ποιος θα είναι ο ρόλος του ανθρώπου μέσα σε αυτό το νέο περιβάλλον.

«Η Τεχνητή Νοημοσύνη είναι ένας ισχυρός πολλαπλασιαστής ισχύος για την αίθουσα σύνταξης», αναφέρει στο CNN Greece ο Riccardo Terzi, Vice President, News Partnerships της Google, περιγράφοντας τη φιλοσοφία της εταιρείας για την αξιοποίηση του AI στον χώρο των μέσων ενημέρωσης.

Ο ίδιος απορρίπτει την αντίληψη ότι η τεχνητή νοημοσύνη έρχεται να αντικαταστήσει τους δημοσιογράφους. Αντίθετα, θεωρεί ότι μπορεί να λειτουργήσει ως ένα εργαλείο που αναλαμβάνει τις χρονοβόρες και επαναλαμβανόμενες διαδικασίες της καθημερινότητας, απελευθερώνοντας χρόνο για εκείνες τις δραστηριότητες που εξακολουθούν να απαιτούν ανθρώπινη κρίση.

«Η τεχνολογία μπορεί να αναλάβει τη σύνθεση δεδομένων, τη βασική μορφοποίηση περιεχομένου ή τη βελτιστοποίηση των καναλιών διανομής. Αυτό που δεν μπορεί να κάνει είναι να αντικαταστήσει τον πυρήνα της σπουδαίας δημοσιογραφίας: το ρεπορτάζ στο πεδίο, την ικανότητα να κερδίσεις την εμπιστοσύνη μιας δύσκολης πηγής ή να προσεγγίσεις μια σύνθετη ιστορία με ανθρώπινη ενσυναίσθηση και κριτική σκέψη», σημειώνει.

Η συγκεκριμένη προσέγγιση αποτυπώνει και τη συνολικότερη στρατηγική της Google γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη. Σε αντίθεση με την εντύπωση ότι οι νέες εφαρμογές στοχεύουν στην πλήρη αυτοματοποίηση της παραγωγής περιεχομένου, η εταιρεία υποστηρίζει ότι ο ρόλος τους είναι να λειτουργήσουν συμπληρωματικά προς τον άνθρωπο. Με άλλα λόγια, η τεχνητή νοημοσύνη αναλαμβάνει το «πώς», ενώ ο δημοσιογράφος εξακολουθεί να είναι υπεύθυνος για το «γιατί» και το «αν» μιας ιστορίας.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο κ. Terzi επανέρχεται διαρκώς σε μία έννοια: την εμπιστοσύνη. Σε μια περίοδο κατά την οποία η παραγωγή κειμένων, εικόνων και βίντεο γίνεται ολοένα ευκολότερη μέσω εργαλείων γενετικής τεχνητής νοημοσύνης, η αξία της πρωτότυπης και αξιόπιστης δημοσιογραφίας όχι μόνο δεν μειώνεται, αλλά ενισχύεται. «Σε έναν κόσμο που κατακλύζεται από συνθετικό περιεχόμενο, η εμπιστοσύνη και η πρωτότυπη αυθεντία αποτελούν τους σημαντικότερους παράγοντες διαφοροποίησης για τους εκδότες», τονίζει.

Η διαπίστωση αυτή αποτελεί, ουσιαστικά, το σημείο εκκίνησης για όλες τις πρωτοβουλίες που έχει αναπτύξει τα τελευταία χρόνια η Google για τον χώρο της ενημέρωσης. Από τα εργαλεία που αξιοποιούν την τεχνητή νοημοσύνη μέχρι τις τεχνολογίες πιστοποίησης της προέλευσης του περιεχομένου και τα προγράμματα υποστήριξης των εκδοτών, η εταιρεία επιχειρεί να απαντήσει σε ένα κοινό ερώτημα: πώς μπορεί η τεχνολογία να ενισχύσει τη δημοσιογραφία χωρίς να αλλοιώσει τον πυρήνα της.

Και ακριβώς εκεί βρίσκεται, σύμφωνα με το υψηλόβαθμο στέλεχος της Google, η μεγαλύτερη πρόκληση για τα επόμενα χρόνια. Όχι η δημιουργία ακόμη πιο ισχυρών μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης, αλλά η ανάπτυξη ενός οικοσυστήματος στο οποίο η καινοτομία θα συμβαδίζει με τη διαφάνεια, την αξιοπιστία και τη βιωσιμότητα της ενημέρωσης.

Aπό τα clicks στη βιωσιμότητα

Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο της συζήτησης, όμως για τη Google το μέλλον των μέσων ενημέρωσης δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την εξέλιξη των αλγορίθμων. Εξαρτάται εξίσου από το αν οι εκδοτικοί οργανισμοί θα καταφέρουν να διαμορφώσουν βιώσιμα επιχειρηματικά μοντέλα σε μια εποχή όπου η κατανάλωση της ενημέρωσης αλλάζει με πρωτοφανείς ρυθμούς.

Για περισσότερες από δύο δεκαετίες, η επιτυχία ενός ειδησεογραφικού οργανισμού μετριόταν κυρίως μέσα από την επισκεψιμότητα. Όσο περισσότερα ήταν τα clicks, τόσο μεγαλύτερες ήταν οι πιθανότητες αύξησης των διαφημιστικών εσόδων. Σήμερα, σύμφωνα με τον Riccardo Terzi, αυτή η λογική δεν αρκεί.

«Η υποστήριξη που χρειάζονται περισσότερο οι εκδότες δεν αφορά πλέον την προσέλκυση περισσότερης επισκεψιμότητας ή ενός ακόμη click. Το ζητούμενο είναι να δημιουργήσουν μια βιώσιμη και άμεση σχέση με τους αναγνώστες τους», αναφέρει.

Η διαπίστωση αυτή, όπως εξηγεί, προκύπτει από την εμπειρία που έχει αποκτήσει η Google μέσα από το Google News Initiative (GNI), τη μεγαλύτερη ίσως πρωτοβουλία της εταιρείας για την υποστήριξη του δημοσιογραφικού οικοσυστήματος.

Το πρόγραμμα, που ξεκίνησε το 2018, δεν περιορίζεται στη χρηματοδότηση δράσεων ή στην παροχή τεχνολογικών εργαλείων. Έχει εξελιχθεί σε έναν παγκόσμιο μηχανισμό μεταφοράς τεχνογνωσίας, μέσω του οποίου η Google συνεργάζεται με εκδότες, αίθουσες σύνταξης, πανεπιστήμια και δημοσιογραφικούς οργανισμούς, με στόχο να επιταχύνει τον ψηφιακό μετασχηματισμό της ενημέρωσης.

Τα μεγέθη είναι ενδεικτικά. Όπως αναφέρει ο κ. Terzi, μέσω του Google News Initiative έχουν ήδη εκπαιδευτεί σχεδόν 600.000 δημοσιογράφοι, ενώ περισσότεροι από 7.000 οργανισμοί μέσων ενημέρωσης σε ολόκληρο τον κόσμο έχουν συμμετάσχει σε προγράμματα ανάπτυξης δεξιοτήτων, καινοτομίας ή τεχνολογικής υποστήριξης.

Πίσω από αυτούς τους αριθμούς, όμως, βρίσκεται μια σημαντική αλλαγή φιλοσοφίας. «Σήμερα η επιτυχία δεν μετριέται από την ποσότητα της προσοχής αλλά από την ποιότητα της σχέσης που δημιουργεί ένα μέσο με το κοινό του», σημειώνει το υψηλόβαθμο στέλεχος της Google.

Η αλλαγή αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη που έχει συντελεστεί τα τελευταία χρόνια στον χώρο της ενημέρωσης. Η εποχή κατά την οποία τα μέσα ενημέρωσης βασίζονταν σχεδόν αποκλειστικά στη διαφήμιση δίνει σταδιακά τη θέση της σε ένα υβριδικό μοντέλο, όπου ολοένα μεγαλύτερη σημασία αποκτούν οι συνδρομές, οι εγγεγραμμένοι χρήστες και η δημιουργία μιας σταθερής κοινότητας αναγνωστών.

«Οι εκδότες που έχουν πάνω από το 7,5% του κοινού τους συνδεδεμένο στις υπηρεσίες τους είναι σημαντικά πιθανότερο να είναι κερδοφόροι, επειδή ελέγχουν οι ίδιοι τη σχέση με το κοινό τους», υπογραμμίζει.

Η συγκεκριμένη διαπίστωση εξηγεί γιατί η Google έχει αναπτύξει τα τελευταία χρόνια μια σειρά εργαλείων που δεν σχετίζονται άμεσα με την αναζήτηση ή την τεχνητή νοημοσύνη, αλλά με τη βιωσιμότητα των ίδιων των μέσων ενημέρωσης.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το Reader Revenue Manager, μια πλατφόρμα που επιτρέπει στους εκδότες να διαχειρίζονται συνδρομητικά μοντέλα, να σχεδιάζουν δυναμικά paywalls, να αναπτύσσουν καμπάνιες εγγραφής νέων χρηστών και να αξιοποιούν καλύτερα τα δεδομένα που προκύπτουν από τη συμπεριφορά των αναγνωστών τους.

Πρόκειται για μια υπηρεσία που αντικατοπτρίζει τη μετατόπιση της Google από την απλή αποστολή επισκεψιμότητας προς τη δημιουργία εργαλείων που ενισχύουν την οικονομική ανθεκτικότητα των μέσων ενημέρωσης.

Τα αποτελέσματα, σύμφωνα με την εταιρεία, είναι ήδη μετρήσιμα. Ο κ. Terzi αναφέρει ότι μέσω του Reader Revenue Manager οι συνεργαζόμενοι εκδότες έχουν αποκτήσει περισσότερες από 655.000 νέες ψηφιακές συνδρομές, γεγονός που αποτυπώνει τη σταδιακή μετάβαση προς ένα διαφορετικό επιχειρηματικό μοντέλο, όπου η αξία δεν δημιουργείται μόνο μέσα από τη διαφήμιση αλλά και από τη μακροχρόνια σχέση με τον αναγνώστη.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και οι συμφωνίες Extended News Preview (ENP), που εφαρμόζονται στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής οδηγίας για τα πνευματικά δικαιώματα. Μέσα από αυτές, η Google αποζημιώνει εκδότες για τη χρήση περιεχομένου στις υπηρεσίες της, ενώ, όπως επισημαίνει ο Terzi, έχουν ήδη υπογραφεί συμφωνίες με περισσότερα από 5.000 έντυπα και ψηφιακά μέσα ενημέρωσης σε 24 ευρωπαϊκές χώρες. «Ο στόχος μας είναι να προσφέρουμε την τεχνική αρχιτεκτονική που θα επιτρέψει στην ανεξάρτητη δημοσιογραφία να ευημερήσει με τους δικούς της όρους», τονίζει.

Η συγκεκριμένη φράση ίσως συνοψίζει καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη τη σημερινή στρατηγική της Google απέναντι στα μέσα ενημέρωσης. Η εταιρεία γνωρίζει ότι όσο εξελίσσεται η τεχνητή νοημοσύνη, τόσο μεγαλύτερη θα γίνεται η ανάγκη για αξιόπιστο, πρωτότυπο και επαληθευμένο περιεχόμενο. Και χωρίς ισχυρούς εκδοτικούς οργανισμούς, αυτό το περιεχόμενο δεν μπορεί να παραχθεί.

Για τον λόγο αυτό, η υποστήριξη των μέσων ενημέρωσης δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως μια παράλληλη δραστηριότητα, αλλά ως βασικό στοιχείο της συνολικής στρατηγικής της Google για την εποχή της τεχνητής νοημοσύνης.

Τα εργαλεία που αλλάζουν το newsroom

Η συζήτηση γύρω από το ΑΙ συχνά επικεντρώνεται στα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα και στις δυνατότητές τους να δημιουργούν κείμενα, εικόνες ή βίντεο. Στην πράξη, όμως, η καθημερινότητα ενός δημοσιογράφου σπάνια εξαντλείται στη συγγραφή ενός άρθρου. Το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου αφιερώνεται στην αναζήτηση πληροφοριών, στη διασταύρωση στοιχείων, στην οργάνωση υλικού και στην επεξεργασία μεγάλων όγκων δεδομένων.

Ακριβώς σε αυτό το σημείο εστιάζει σήμερα η Google, αναπτύσσοντας εργαλεία που δεν φιλοδοξούν να γράψουν το ρεπορτάζ αντί του δημοσιογράφου, αλλά να του εξοικονομήσουν χρόνο για να ασχοληθεί με αυτό που πραγματικά έχει σημασία: την έρευνα, την αξιολόγηση των πληροφοριών και την αφήγηση της ιστορίας.

«Η τεχνολογία μπορεί να αναλάβει το βαρύ κομμάτι της δουλειάς. Αυτό που δεν μπορεί να αντικαταστήσει είναι την ανθρώπινη κρίση και την ικανότητα να συνδέεις τα γεγονότα με τον σωστό τρόπο», επισημαίνει ο κ. Terzi.

Το χαρακτηριστικότερο ίσως παράδειγμα αυτής της φιλοσοφίας είναι το Pinpoint, μια υπηρεσία που έχει αναπτυχθεί ειδικά για δημοσιογράφους και ερευνητικές ομάδες. Σε αντίθεση με μια κλασική μηχανή αναζήτησης, το Pinpoint επιτρέπει την ανάλυση τεράστιων όγκων πρωτογενούς υλικού. Χιλιάδες έγγραφα, δικαστικές αποφάσεις, αναφορές, αρχεία PDF, ηλεκτρονικά μηνύματα, ακόμη και ηχογραφήσεις μπορούν να εισαχθούν στην πλατφόρμα και να αναλυθούν μέσα σε λίγα λεπτά.

Για έναν δημοσιογράφο που ερευνά μια σύνθετη υπόθεση, αυτό σημαίνει ότι μπορεί να εντοπίσει πολύ ταχύτερα κοινά πρόσωπα, εταιρείες, ημερομηνίες ή επαναλαμβανόμενες αναφορές, περιορίζοντας δραστικά τον χρόνο που απαιτείται για την αρχική επεξεργασία του υλικού.

Δεν είναι τυχαίο ότι το Pinpoint έχει χρησιμοποιηθεί τα τελευταία χρόνια από μεγάλους διεθνείς δημοσιογραφικούς οργανισμούς και ερευνητικά δίκτυα σε υποθέσεις που περιλάμβαναν εκατοντάδες χιλιάδες έγγραφα. Εκεί όπου παλαιότερα απαιτούνταν εβδομάδες ή και μήνες προετοιμασίας, η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί πλέον να λειτουργήσει ως ένας εξαιρετικά αποτελεσματικός βοηθός στην πρώτη φάση της έρευνας.

Το ίδιο ισχύει και για το NotebookLM, ένα από τα νεότερα εργαλεία παραγωγικότητας της Google, το οποίο αξιοποιεί τα μοντέλα Gemini. Σε αντίθεση με τα δημόσια chatbots, το NotebookLM δεν βασίζεται στις πληροφορίες που βρίσκει στον ιστό. Ο χρήστης «χτίζει» ο ίδιος τη βάση γνώσης του, ανεβάζοντας δικά του έγγραφα, σημειώσεις, παρουσιάσεις, απομαγνητοφωνήσεις συνεντεύξεων ή άλλα αρχεία.

Από εκεί και πέρα, η εφαρμογή μπορεί να δημιουργήσει περιλήψεις, να εντοπίσει κοινά σημεία ανάμεσα σε διαφορετικά κείμενα, να προτείνει πιθανές ερωτήσεις ή ακόμη και να βοηθήσει στη σύνθεση νέου περιεχομένου, βασισμένου αποκλειστικά στις πληροφορίες που έχει στη διάθεσή της.

Για ένα newsroom, οι δυνατότητες αυτές αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ένας δημοσιογράφος που καλύπτει επί μήνες έναν συγκεκριμένο τομέα —όπως η ενέργεια, η οικονομία ή η τεχνολογία— μπορεί να συγκεντρώνει στο NotebookLM δεκάδες αναφορές, συνεντεύξεις, σημειώσεις και παρουσιάσεις και να αξιοποιεί την τεχνητή νοημοσύνη ως έναν «ερευνητικό συνεργάτη», ο οποίος οργανώνει το υλικό, εντοπίζει συνδέσεις και διευκολύνει την ανάκτηση της πληροφορίας.

«Εργαλεία όπως το Pinpoint και το NotebookLM δεν δημιουργήθηκαν για να αντικαταστήσουν τη δημοσιογραφία, αλλά για να βοηθήσουν τους δημοσιογράφους να ανακαλύψουν ιστορίες που διαφορετικά θα παρέμεναν κρυμμένες μέσα σε τεράστιους όγκους δεδομένων», εξηγεί ο Riccardo Terzi.

Για τις αίθουσες σύνταξης αυτό σημαίνει ότι ένα μεγάλο μέρος της καθημερινής γραφειοκρατίας —από την οργάνωση πληροφοριών και την προετοιμασία συναντήσεων μέχρι τη διαχείριση εσωτερικής γνώσης— μπορεί να αυτοματοποιηθεί, αφήνοντας περισσότερο χρόνο για τη δημοσιογραφική δουλειά.

Ο κ. Terzi θεωρεί ότι αυτή ακριβώς είναι η ουσία της τεχνητής νοημοσύνης στα media. Όχι να γράφει περισσότερα άρθρα, αλλά να δίνει στους δημοσιογράφους περισσότερο χρόνο για να κάνουν καλύτερα άρθρα.

Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη, γιατί απαντά σε μια από τις μεγαλύτερες ανησυχίες του κλάδου. Όσο πιο εύκολη γίνεται η παραγωγή γενικού περιεχομένου, τόσο αυξάνεται η αξία εκείνων των χαρακτηριστικών που δεν μπορούν να αντιγραφούν από έναν αλγόριθμο: η εμπειρία του ρεπόρτερ, η ικανότητα να αξιολογεί πληροφορίες, να αμφισβητεί δεδομένα, να οικοδομεί σχέσεις εμπιστοσύνης και να αντιλαμβάνεται τις αποχρώσεις μιας ιστορίας.

Ίσως, τελικά, η σημαντικότερη αλλαγή που φέρνει η τεχνητή νοημοσύνη να μην αφορά τα ίδια τα εργαλεία, αλλά τον τρόπο με τον οποίο επαναπροσδιορίζει την αξία της ανθρώπινης δημοσιογραφίας. Όσο πιο ισχυροί γίνονται οι αλγόριθμοι, τόσο περισσότερο αναδεικνύονται οι δεξιότητες που καμία μηχανή δεν μπορεί να αναπαράγει.

AI Search

Αν υπάρχει μία εξέλιξη που έχει προκαλέσει τις μεγαλύτερες αντιδράσεις στον χώρο των μέσων ενημέρωσης τα τελευταία δύο χρόνια, αυτή είναι η ενσωμάτωση της τεχνητής νοημοσύνης στην αναζήτηση.

Για περισσότερο από δύο δεκαετίες, η Google λειτουργούσε ως η βασική πύλη μέσω της οποίας εκατομμύρια χρήστες κατέληγαν καθημερινά στις ιστοσελίδες των εκδοτών. Η εμφάνιση των AI Overviews και, πιο πρόσφατα, του AI Mode, αλλάζει σταδιακά αυτή την εμπειρία. Αντί ο χρήστης να βλέπει αποκλειστικά μια λίστα αποτελεσμάτων, λαμβάνει πλέον μια συνθετική απάντηση που δημιουργείται από την τεχνητή νοημοσύνη, συνοδευόμενη από συνδέσμους προς σχετικές πηγές.

Η αλλαγή αυτή έχει προκαλέσει έντονες συζητήσεις σε ολόκληρο τον κόσμο. Πολλοί εκδότες εκφράζουν φόβους ότι οι χρήστες θα αρκούνται στην απάντηση που παράγει το AI και δεν θα επισκέπτονται πλέον τις αρχικές ιστοσελίδες, με αποτέλεσμα να μειωθεί η επισκεψιμότητα και, κατ’ επέκταση, τα διαφημιστικά και συνδρομητικά έσοδα.

Ο κ. Terzi δεν απορρίπτει αυτές τις ανησυχίες. Αντίθετα, αναγνωρίζει ότι πρόκειται για ένα εύλογο ερώτημα σε μια περίοδο όπου αλλάζει ριζικά ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι αναζητούν πληροφορίες.

«Κατανοώ απόλυτα ότι υπάρχουν ανησυχίες. Οι συμπεριφορές και οι προσδοκίες των χρηστών αλλάζουν. Αναζητούν πληροφορίες πιο γρήγορα, θέλουν περισσότερο πλαίσιο πριν αποφασίσουν πού θα εμβαθύνουν και ανακαλύπτουν νέους τρόπους κατανάλωσης περιεχομένου. Πολλές από αυτές τις αλλαγές είναι ανεξάρτητες από την ίδια την τεχνητή νοημοσύνη», σημειώνει.

Η παρατήρηση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία. Η Google υποστηρίζει ότι η μετάβαση σε μια διαφορετική εμπειρία αναζήτησης δεν ξεκίνησε με το generative AI. Οι χρήστες είχαν ήδη αρχίσει να αναζητούν πιο άμεσες απαντήσεις μέσα από βίντεο, κοινωνικά δίκτυα, εφαρμογές ή εξειδικευμένες πλατφόρμες. Η τεχνητή νοημοσύνη, σύμφωνα με την εταιρεία, επιταχύνει μια αλλαγή που είχε ήδη ξεκινήσει.

Από την πλευρά της, η Google επιχειρεί να απαντήσει στις ανησυχίες των εκδοτών με μια σειρά παρεμβάσεων στον τρόπο λειτουργίας της Αναζήτησης.

Όπως εξηγεί ο κ. Terzi, οι νέες εμπειρίες AI έχουν σχεδιαστεί έτσι ώστε να μην αποκόπτουν τον χρήστη από τον ανοικτό ιστό, αλλά να τον οδηγούν ευκολότερα στις πηγές που θεωρεί αξιόπιστες.

Ένα από τα βασικά στοιχεία αυτής της προσέγγισης είναι η αύξηση των inline links, δηλαδή των συνδέσμων που ενσωματώνονται απευθείας μέσα στις απαντήσεις που δημιουργεί η τεχνητή νοημοσύνη. Παράλληλα, οι website previews δίνουν στον χρήστη περισσότερες πληροφορίες για κάθε πηγή πριν ακόμη την επισκεφθεί, διευκολύνοντας την επιλογή του.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η λειτουργία Preferred Sources, η οποία επιτρέπει στους ίδιους τους χρήστες να επιλέγουν τα μέσα ενημέρωσης που εμπιστεύονται περισσότερο και επιθυμούν να εμφανίζονται συχνότερα στις απαντήσεις του AI.

Η συγκεκριμένη δυνατότητα, σύμφωνα με τον Terzi, σηματοδοτεί μια ουσιαστική αλλαγή φιλοσοφίας. «Θέλουμε να δώσουμε περισσότερο έλεγχο στους ίδιους τους χρήστες, ώστε να μπορούν να επιλέγουν τις πηγές που θεωρούν πιο αξιόπιστες», εξηγεί.

Πέρα από τις «Προτιμώμενες Πηγές», η Google έχει αρχίσει να ενσωματώνει και ειδικές ενδείξεις για τα συνδρομητικά μέσα ενημέρωσης μέσα στις AI εμπειρίες, επιτρέποντας στους χρήστες να γνωρίζουν ότι ένα συγκεκριμένο περιεχόμενο προέρχεται από εκδότη που επενδύει στην πρωτότυπη δημοσιογραφία.

Δεν πρόκειται για μια τεχνική λεπτομέρεια. Αντιθέτως, αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας να αναδειχθεί η αξία της επαγγελματικής δημοσιογραφίας σε ένα περιβάλλον όπου η πληροφορία παράγεται πλέον από πολύ περισσότερες πηγές.

Για τον κ. Terzi, το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι η διατήρηση του παραδοσιακού μοντέλου της αναζήτησης, αλλά η δημιουργία ενός νέου οικοσυστήματος συνεργασίας ανάμεσα στις πλατφόρμες και τους εκδότες.

«Η σχέση αυτή πρέπει να ξεπεράσει μια απλή ανταλλαγή clicks και να εξελιχθεί σε μια βαθύτερη συνεργασία. Η Google χρειάζεται την υψηλής ποιότητας δημοσιογραφία για να προσφέρει αξιόπιστες απαντήσεις, ενώ οι οργανισμοί ενημέρωσης μπορούν να αξιοποιήσουν την τεχνολογία μας για να κάνουν το περιεχόμενό τους πιο χρήσιμο και πιο προσωποποιημένο για τον αναγνώστη», τονίζει.

Η φράση αυτή ίσως συνοψίζει καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη τη θέση της Google για το μέλλον της ενημέρωσης. Για πολλά χρόνια, η σχέση ανάμεσα στις τεχνολογικές πλατφόρμες και τους εκδότες αντιμετωπιζόταν ως μια σχέση αμοιβαίας εξάρτησης, αλλά και έντασης. Η τεχνητή νοημοσύνη αλλάζει ξανά τους όρους αυτής της σχέσης. Όσο περισσότερο οι χρήστες στρέφονται σε συστήματα που δημιουργούν συνθετικές απαντήσεις, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η ανάγκη αυτά τα συστήματα να βασίζονται σε έγκυρες, πρωτότυπες και αξιόπιστες δημοσιογραφικές πηγές.

Με άλλα λόγια, η αξία της πρωτογενούς δημοσιογραφίας δεν μειώνεται στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης. Αντίθετα, γίνεται ακόμη πιο κρίσιμη, καθώς αποτελεί το θεμέλιο πάνω στο οποίο εκπαιδεύονται και λειτουργούν οι νέες υπηρεσίες.

Ο ρόλος της κουλτούρας

Η δημόσια συζήτηση γύρω από το ΑΙ περιστρέφεται συνήθως γύρω από τις δυνατότητες των νέων μοντέλων. Πόσο πιο έξυπνα γίνονται, ποιες εργασίες μπορούν να αυτοματοποιήσουν και ποιες θέσεις εργασίας ενδέχεται να επηρεάσουν. Για τον κ. Terzi, όμως, το μεγαλύτερο εμπόδιο στην αξιοποίηση του AI δεν βρίσκεται στην ίδια την τεχνολογία.

«Όταν μιλάμε για τη μετάβαση από τον πειραματισμό στην πραγματική εφαρμογή του AI, το εμπόδιο δεν είναι η τεχνολογία. Είναι η κουλτούρα και οι συνήθειες των οργανισμών», υπογραμμίζει.

Η παρατήρηση αυτή αντικατοπτρίζει μια πραγματικότητα που συναντά κανείς σήμερα σε πολλές επιχειρήσεις. Τα τελευταία δύο χρόνια χιλιάδες οργανισμοί έχουν ξεκινήσει πιλοτικά έργα αξιοποίησης της τεχνητής νοημοσύνης. Λίγοι, όμως, έχουν καταφέρει να ενσωματώσουν πραγματικά το AI στην καθημερινή λειτουργία τους.

Ο κ. Terzi θεωρεί ότι αυτό συμβαίνει επειδή πολλές εταιρείες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν την τεχνητή νοημοσύνη ως ένα ξεχωριστό έργο πληροφορικής ή ως μια εντυπωσιακή επίδειξη δυνατοτήτων και όχι ως μια τεχνολογία που αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο εργάζονται οι άνθρωποι.

«Η πραγματική αξία δεν προέρχεται από ένα εντυπωσιακό πιλοτικό έργο. Έρχεται όταν ένας οργανισμός επενδύει στις δεξιότητες των ανθρώπων του και προσαρμόζει τον τρόπο με τον οποίο λαμβάνει αποφάσεις και συνεργάζεται», σημειώνει.

Η επισήμανση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τους οργανισμούς μέσων ενημέρωσης. Η συζήτηση γύρω από το AI συχνά επικεντρώνεται στο αν μπορεί να γράψει ένα άρθρο ή να δημιουργήσει μια εικόνα. Στην πραγματικότητα, όμως, το μεγαλύτερο όφελος βρίσκεται αλλού: στη δυνατότητα να μειωθεί δραστικά ο χρόνος που απαιτείται για την αναζήτηση στοιχείων, την αποδελτίωση, την οργάνωση αρχείων, την παραγωγή newsletters ή τη διαχείριση της καθημερινής ροής εργασίας.

Με άλλα λόγια, η τεχνητή νοημοσύνη δεν αλλάζει μόνο τα εργαλεία που χρησιμοποιεί ένας δημοσιογράφος. Αλλάζει τον ίδιο τον τρόπο λειτουργίας μιας αίθουσας σύνταξης.

Και αυτό, σύμφωνα με τον Riccardo Terzi, απαιτεί επενδύσεις στην εκπαίδευση, στην ανάπτυξη νέων δεξιοτήτων και στην οικοδόμηση μιας διαφορετικής κουλτούρας απέναντι στην τεχνολογία.

«Αν αντιμετωπίζουμε το AI σαν μια υπόθεση του μέλλοντος και όχι σαν μια επιχειρησιακή δεξιότητα του σήμερα, χάνουμε ένα τεράστιο παράθυρο ευκαιρίας για παραγωγικότητα και ανάπτυξη», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Η ευρωπαϊκή πρόκληση

Η μετάβαση αυτή γίνεται ακόμη πιο σύνθετη στην Ευρώπη, όπου η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης συνοδεύεται από μια εκτεταμένη προσπάθεια ρύθμισης της αγοράς.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί, μέσα από τον AI Act, να δημιουργήσει το πρώτο ολοκληρωμένο νομοθετικό πλαίσιο παγκοσμίως για τη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης, θέτοντας κανόνες ανάλογα με το επίπεδο κινδύνου κάθε εφαρμογής.

Για την Google, η ύπαρξη κανόνων αποτελεί προϋπόθεση για την ανάπτυξη μιας αξιόπιστης αγοράς AI. Το κρίσιμο ζήτημα, ωστόσο, είναι να διατηρηθεί η ισορροπία ανάμεσα στην προστασία των πολιτών και στην ανάγκη για καινοτομία.

«Οι Ευρωπαίοι αξίζουν πρόσβαση σε κορυφαία, ασφαλή και σύγχρονα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης. Αυτό όμως απαιτεί ένα περιβάλλον που ενθαρρύνει τις επενδύσεις και την καινοτομία», σημειώνει ο Riccardo Terzi.

Παράλληλα, επισημαίνει ότι η πολυπλοκότητα του ευρωπαϊκού κανονιστικού πλαισίου αποτελεί ήδη μια σημαντική πρόκληση για επιχειρήσεις κάθε μεγέθους.

«Από το 2019 η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θεσπίσει περισσότερες από 100 ψηφιακές νομοθετικές πρωτοβουλίες. Η πολυπλοκότητα αυτή μπορεί να μετατραπεί σε εμπόδιο για εταιρείες που θέλουν να αναπτυχθούν ή να καινοτομήσουν», υποστηρίζει.

Το newsroom του μέλλοντος

Αν υπάρχει ένα συμπέρασμα που προκύπτει από τη συζήτηση με τον Riccardo Terzi, είναι ότι η τεχνητή νοημοσύνη δεν αντιμετωπίζεται από την Google ως αυτοσκοπός. Ούτε ως μια τεχνολογία που φιλοδοξεί να αντικαταστήσει τους ανθρώπους στην παραγωγή της ενημέρωσης. Αντίθετα, παρουσιάζεται ως ένας νέος τρόπος οργάνωσης της εργασίας, όπου οι αλγόριθμοι αναλαμβάνουν τις διαδικασίες που απαιτούν χρόνο και επανάληψη, επιτρέποντας στους δημοσιογράφους να επικεντρωθούν σε αυτό που εξακολουθεί να αποτελεί τη μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία της δουλειάς τους.

«Οι δεξιότητες που θα αποκτήσουν ακόμη μεγαλύτερη αξία είναι η ανθρώπινη ενσυναίσθηση, η ικανότητα να κερδίζεις την εμπιστοσύνη μιας πηγής, το ερευνητικό ένστικτο και η υπεύθυνη δημοσιογραφία στο πεδίο», σημειώνει.

Πρακτικά, η επόμενη ημέρα της ενημέρωσης δεν θα κριθεί από το ποιος διαθέτει το πιο ισχυρό μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης, αλλά από το ποιος θα καταφέρει να αξιοποιήσει την τεχνολογία χωρίς να χάσει την εμπιστοσύνη του κοινού του. Και αυτό είναι ένα στοίχημα που αφορά εξίσου τις πλατφόρμες, τους εκδότες και τους ίδιους τους δημοσιογράφους.

Related Articles

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button